Λα Στî-Μαρίă, Λα Στî-Βίνιρι,
Το μεγαλύτερο
μέρος του σημερινού κειμένου μας αφιερώνεται σε παραδοσιακές και ιστορικές
προσθήκες σε τοπωνύμια που παρουσιάσαμε στο τελευταίο σημείωμά μας (Τοπωνύμια
του χωριού μας VI). Ξεκινάμε με ένα χειρόγραφο κείμενο του Ιωάννη
Παπαβρανούση και όχι του Λέανδρου
Βρανούση (όπως γράψαμε εκ παραδρομής) για μια επιδη-μία πανούκλας που
ξεκίνησε από την Πότσια. Πρώτα όμως
είναι απα-ραίτητο να θυμίσουμε ορισμένες λεπτομέρειες. Στη σελ. 103 του Α´ τό-μου
που αφιερώσαμε στη Μονή Βουτσάς και μιλώντας για τη φωνή των τοπωνυμίων της
περιοχής, αναφερθήκαμε στην άποψη του Β. Σαχίνη
για το τοπν. Πότσια, όπως το
καταγράφει ο αείμνηστος συμπατριώτης μας και την επαναλάβαμε στο προηγούμενο
σημείωμα. Στον Α´ τόμο λοι-πόν (2018, 2019) σημειώναμε:
Η άποψη του Β.
Σαχίνη δεν έχει γλωσσική ή ιστορική βάση. Το ρου-μανικό επίθετο pocit, -ă που παράγεται από
το ρήμα pocire, είναι άγνωστο στο χωριό και
απέχει πολύ από το τοπων. Πότσια·
έπειτα καμιά παράδοση δεν στηρίζει την απόδοσή του σε έναν παραμορφωμένον, παράλυτον,
ματια-σμένον ή κατηραμένον οικιστή.
Η τελευταία πρότασή
μας (έπειτα καμιά
παράδοση … κατηραμένον οικιστή) φαίνεται
να ανασκευάζεται, αφού, όπως θα δούμε στη συνέχεια, η παράδοση την οποία
διασώζει ο Ι. Παπαβρανούσης θα
μπορούσε να δικαιώνει την άποψη του Β. Σαχίνη.
Πράγματι ο Ι. Παπαβρανούσης
συμπληρώνει στο περιθώριο και στην άγραφη πίσω όψη της οικείας σε-λίδας του
χειρογράφου του Λέανδρου Βρανούση όσα
ακολουθούν με πλάγιους χαρακτήρες. Τα μικρότερα γράμματα και κυρίως τα ορθο-γραφικά
και άλλα λάθη που υπάρχουν σε ορισμένες λέξεις και τα οποία διορθώνουμε σιωπηρά
αποκλείουν την απόδοση της πατρότητας αυτού του κειμένου στον Λ. Βρανούση που είχε γράψει κάτι σύντομο
αρχικά, το οποίο σήμερα δεν διαβάζεται, γιατί έχει διαγραφεί. Ίσως παρέπεμπε απλά
στο τοπν. Μπότσια, που υπάρχει πιο
μπροστά και ο Βρανούσης ετυμολογούσε
με τόν ίδιο τρόπο που κάναμε κι εμείς:
“Πότσια. καταραμένος, ματιασμένος. Τὸ ρ. poci εἰς τὴν ρουμαν. = κα-ταστρέφω, ἀλλάζω
μορφὴν συνεπείᾳ τυχαίου καὶ ἀπροόπτου συμβάντος, ἰδίως ἀσθενείας ἀσυνήθους
φοβερᾶς μὲ τρομερὸν κεφαλόπονον, αἱμορρα-γίες κλπ καὶ ἡ
ὁποία προξενεῖ τρομεράς καταστροφάς, παραμορφώνει τὸν ἄνθρωπον ὁ ὁποῖος ἐγκαταλείπεται ὡς μαγεμένος. Ἔχουμε ἔπειτα pocit, pocita, Pόțea. Μήπως
προῆλθεν ἡ λέξις συνεπείᾳ τῆς ἐνσκηψάσης τρομε-ρᾶς πανώλους, ὡς λέγει ἡ
παράδοσις, κατὰ τὸν Μεσαίωνα ἢ καὶ
βραδύ-τερον ἀκόμη κατὰ τὸ 1670 καὶ τὴν
τελευταίαν <φορὰν> κατὰ τὸ 1719, ἡ ὁποία ὡς γνωστὸν προῆλθεν ἐξ Ἀλβανίας
καὶ κατέστρεψε ὁλόκληρα χωριὰ τῆς Ἠπείρου.
Ὑπάρχει ἄλλωστε ἡ παράδοσις ὅτι ἐκεῖ ὑπῆρχε ἄλλοτε χωριὸ το ὁποῖον ἐγκατελείφθη
συνεπείᾳ τρομεροῦ συμβάντος, μᾶλλον ἐπιδημικῆς ἀσθενείας ἡ οποία παρεμόρφωσε τὸν
κόσμο, δηλ. a pocit lumea, γι᾽ αὐτὸ και ἔλαβε και τὸ ὄνομα poçia. Θα πρόκειται
δὲ περὶ τῆς τὸ πρῶτον, ἴσως κατὰ τὸν Μεσαίωνα, ἐνσκηψάσης πανώλους, διότι βραδύτερον ἦτο
γνωστή εἰς τοὺς κατοίκους τοῦ χωριοῦ ὑπὸ τὸ πραγματικόν της σλαβικὸν ὄνομα čiuma.
Ἡ δὲ
παράδοσις τὴν φαντάζεται ὡς ἐρχομένην (τὴν πανούκλαν) ἀπὸ τὸν δρόμον τῆς
Πότσιας, ἀπὸ ὅπου ὁ κόσμος ἔφυγε ὅλος, καθώς καὶ ἀπὸ τὸ Παλιοχώρι καὶ τὶς
Πλουκιάτες, πρὸς τὴν Νάστα, πρὸς τὸ
Coşte, πρὸς τὸ Μαναστήρι καὶ
πρὸς τὸ χωριὸ τὸ σημερινό. Ἐνῶ λοιπὸν ἤρχετο, ἐκάθησε στοῦ Παπαντρίτσου (πότε ἆράγε
νὰ ἔζησε οὗτος;) σε μιὰ πέτρα, δῆθεν γιὰ νὰ ξεκουρασθῆ καὶ ἔπειτα νὰ συνεχίσῃ τὸν
δρόμον της γιὰ τὸ χωριό (τὸ σημερινὸ Γρεβενίτι)
καὶ νὰ ἐπιδοθῆ εἰς τὸ καταστροφικόν της ἔργον. Ἐκεῖ που ἔκατσε, λέγει ἡ
παράδοσις, ἀπάνω στὴν πέτρα, καὶ εἶδε ἀπέναντί της τὸ χωριὸ μεγάλο, ἐγέλασε
σαρκαστικά καὶ εἶπε:
‘– Ὅσοι κι ἂν εἶσθε, ποδάρι δὲν θὰ μείνῃ. Μέσα σὲ μιὰ βδομάδα οἱ μποῦ-φοι
καὶ τὰ κοράκια θὰ κάνουν πανηγύρι μέσα στὰ σπίτια σας’.
Ἡ τσιούμα ἢ πανούκλα ἐφαντάζετο ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων ὡς ἔχουσα μορφὴν
τερατώδους γυναικὸς μὲ προεξέχοντας ὀδόντας.
Ἐνῶ εἶπε τ᾽
ἀνωτέρω καθ᾽ ἑαυτήν, συνεχίζει ἡ παράδοσις, καθισμένη στὴν πέτραν ἐσκέφθηκε ὅτι
θὰ ἔχῃ πολλὴ δουλειά:
‘– Γιατί βλέπω πως πολλοί ἔχουν
μαζευτεί ἐδῶ καὶ δὲν θὰ ἀδειάσω νὰ πλυθῶ καὶ νὰ χτενισθῶ γιὰ πολλές μέρες’.
Γι᾽ αὐτὸ ἔβαλε
νὰ χτενισθῆ καὶ κατέβασε τὰ μαλλιά της πρὸς τὰ κάτω καὶ πρὸς τὸ πρόσωπο τὸ ὁποῖον
ἐσκεπάσθηκε μὲ τὰ πολλὰ πυκνὰ καὶ μα-κριὰ μαλλιά της. Καὶ ἐκεῖ, καθώς
χτενίζονταν καὶ πρὶν προλάβη νὰ κάμη τὴ χωρίστρα της καὶ ἀναμερίση τὰ μαλλιά
της ἀπὸ τὸ πρόσωπο, τὴν χτύ-πησαν αἰφνιδιαστικα οἱ ἄνθρωποι καὶ τὴν σκότωσαν,
χωρίς νὰ προλάβῃ νὰ μπῇ στὸ χωριό, τὸ ὁποῖον ἔτσι μόνον γλίτωσε καὶ αὐτὴ ἔμεινε
σκοτωμένη pri cheatra la Papandritsu (δηλ. πάνω
στην πέτρα στου Παπαντρίτσου). Αὐτό ἦταν
τὸ τέλος τῆς πανούκλας, ἡ ὁποία πλέον, χρόνια πολλά,
δεν ξα-νακούστηκε.
Ενδιαφέρουσα
λαϊκή παράδοση που δεν την είχαμε ξανακούσει ή ξα-ναδιαβάσει. Θα παρατηρήσουμε
όμως ότι η σύνδεσή της με την Μπό-τσια
ξεκινάει από την προβληματική βάση ότι ο σωστός τύπος του τοπν. είναι Πότσια, κάτι που ελέγχεται. Έπειτα η
σύνδεσή του με το ρουμαν. ρήμα pocire και το επίθετο pocit πάσχει σοβαρά, αφού στο βλάχικο ιδί-ωμα του χωριού, όχι
μόνο δεν χρησιμοποιήθηκαν οι λέξεις αυτές από τους κατοίκους του, αλλά ούτε
υπάρχουν στα καλύτερα λεξικά των βλά-χικων (K. Nικολαΐδη, 1909· T. Papahagi, 21974· Κ. Λέντζιου-Τρίκου, 2014). O Ι. Παπαβρανούσης είχε
ζήσει στη Ρουμανία και φαίνεται ότι παρασύρθηκε από τη ρουμανική γλώσσα που
μοιάζει βέβαια σε πολλά με τα βλάχικα, αλλά διαφέρει και σε πολλά ἀλλα.
Προσθέτουμε ότι στα παιδικά
μας χρόνια είχαμε ακούσει μια διαφο-ρετική παράδοση για το τέλος της πανούκλας
που την έλεγαν στο χωριό πούσκλια (púsclia < λατ. pustula “φλύκταινα, φουσκάλα”) και τον ασθε-νή από
πανούκλα πουσκλιάτου ή πουσκλιόσου (puscliátu ή puscliósu “πανουκλιασμένος και μεταφορικά μοχθηρός,
κακεντρεχής)”. Σύμφωνα λοιπόν με αυτήν την παράδοση το τέλος της πανούκλας
ήρθε, όταν ο Άγ. Χαράλαμπος την
έκλεισε σε ένα μπουκάλι. Η ενλόγω παράδοση θυμί-ζει ένα λατινικό κείμενο του 1ου
αι. μ. Χ., γραμμένο από τον αυλικό του Νέρωνα Πετρώνιο
στο αποσπασματικά σωζόμενο αφήγημά του με τί-τλο Satyricon. Στο εκτενέστερο σωζόμενο απόσπασμα που περιγράφει ένα πλούσιο τσιμπούσι, ο
νεόπλουτος οικοδεσπότης αφηγείται πως στα παιδικά του χρόνια είχε δει τη
μάντισσα Σίβυλλα κρεμασμένη σε ένα
μπουκάλι. Κι όταν τη ρωτούσαν Σίβυλλα
τί θέλεις, εκείνη αποκρινόταν στα ελληνικά ἀποθανεῖν
θέλω, δηλ. θέλω να πεθάνω.
Ενδιαφέρον παρουσιαζει μια πληροφορία που
παραδίδει ο Gustav Weigang, Oι Αρωμούνοι (Βλάχοι) Β´: Λαογραφία – Γλώσσα,
2004 (με-τάφρ. από τη γερμαν. έκδοση του 1894). Στις σελ. 171-175 ο Weigang δημοσιεύει μια βλάχικη μπαλάντα με τίτλο Η μπαλάντα της πανώλους (που στο βλάχικο κείμενο αποκαλείται πούσκλια, pušklia, όπως την
ξέ-ραμε κι εμείς), που έχει το ίδιο
θέμα με τη νεοελληνική δημοτική πα-ραλογή Του
νεκρού αδερφού (Μάνα με τους εννιά
σου γιους κλπ) με μι-κροδιαφορές σε ορισμένες λεπτομέρειες, όπως ότι την
πανούκλα την έφεραν οι προξενητάδες που ήρθαν και πήραν τη μοναχοκόρη μακριά
στα ξένα. Στη σελ. 171 ο Weigang σημειώνει ότι αυτό το τραγούδι προ-έρχεται από το
στόμα μιας κυρίας ονόματι Μπότσια του Ντίνα της Ρούσας από το
Κρούσεβο της Β. Μακεδονίας. Το γεγονός ότι στην πα-ράδοση για την πανούκλα που
διέσωσε ο Ι. Παπαβρανούσης ανα-φέρεται
ότι η Πανούκλα ήρθε από τη Μπότσια
ίσως να μην είναι σύμ-πτωση.
Τέλος αξίζει να σημειώσουμε
μια άλλη παράδοση που σχετίζεται με το εκκλησάκι της Αγ. Παρασκευής στην
Μπότσια.
Κάθε
χρόνο, στο πανηγύρι της Αγ. Παρασκευής
(26 Ιουλίου), μια από τις μεγάλες γιορτές των βλάχων, όπου συμμετείχε όλο το
χωριό, το πρωί, πριν τελειώσει η Θεία Λειτουργία, κατέφθανε ένα κουρασμένο
ελάφι, για να το θυσιάσουν. Όλα τα χρόνια οι άνθρωποι που είχαν συρρεύσει για
το πανηγύρι πρόσφεραν νερό στο διψασμένο ζώο και το άφηναν να ξεκου-ραστεί. Μια
χρονιά όμως το θυσίασαν, χωρίς να το ποτίσουν και χωρίς να το αφήσουν να
ξεκουραστεί. Από τότε δεν εμφανίστηκε πια κανένα ελάφι.
Η παράδοση αυτή
μαρτυρείται και σε άλλες βλαχόφωνες περιοχές.
Προσθέτουμε ότι στο προαύλιο της Αγ. Παρασκευής (στη Μπότσια) ορθώνονται ως σήμερα δυο μεγάλες βαλανιδιές. Το γεγονός ότι γύρω τους υπάρχουν μόνον οξιές, κρανιές, μεράντζες κλπ δείχνει
ότι οι βαλανι-διές φυτεύτηκαν από ανθρώπινο χέρι, για να προστατεύουν τους
πιστούς από τον καλοκαιρινό ήλιο, ενώ η ιερότητα του χώρου τις προστάτεψε
αποτελεσματικά από το κλάδεμα, την ξύλευση και γενικά από οποια-δήποτε βλάβη
από ανθρώπινο χέρι. Οι παλαιότεροι μάλιστα αφηγούνταν ότι το φύλλωμά τους ήταν τόσο πυκνό, που στα χρόνια της Τουρκο-κρατίας και στα πρώτα χρόνια μετά
την απελευθέρωση οι κλέφτες και οι ληστές τις χρησιμοποιούσαν ως κρυσφύγετο·
κατασκεύαζαν αυτοσχέδια κρεβάτια στα κλαδιά τους, χωρίς αυτά να διακρίνονται
από το έδαφος! Το μέρος λοιπόν γύρω από την εκκλησία πρέπει να ήταν παλιά
γυμνό, γι᾽ αυτό χρειάστηκε να φυτευτούν σε αυτό το σημείο τα δύο αυτά βαθύσκια
δέντρα. Σήμερα όμως το δάσος ‘πολιορκεί’ ασφυκτικά όλον τον προαύ-λιο χώρο. Από
το ύψος και κυρίως την περίμετρο του κορμού τους φαί-νεται ότι οι δύο
βαλανιδιές πρέπει να είναι πολύ παλιές. Αλλά πόσο πα-λιές; Θα μπορούσαν να
φτάνουν στα υστεροβυζαντινά ή και μεσοβυ-ζαντινά χρόνια; Ποιος ξέρει; Δυστυχώς η κρίσιμη κατάστασή τους, κα-θώς ‘πνίγονται’
από τον κισσό, τα έντομα και άλλα παράσιτα, καθιστά μάλλον μάταιη κάθε απόπειρα
προσδιορισμού της ηλικίας τους με σύγ-χρονες μεθόδους. Αξίζει όμως να γίνει μια
προσπάθεια.
Oι κορμοί των δύο υπεραιωνόβιων βαλανιδιών που υπάρχουν ακόμη στην αυλή της
Αγ. Παρασκευής στη Μπότσια (φωτ. Κ. Ρ.)
Θα κλείσουμε με μια είδηση για την
εκκλησία του Αγίου Νικολάου, στην οποία αναφερθήκαμε σύντομα στο προηγούμενο
σημείωμά μας. Στις σελ. 35-36 του τιμητικού τόμου (Λέανδρος Βρανούσης, ο αγωνιστής της εθνικής αντίστασης, ο ερευνητής
επιστήμονας, ο ηπειρολάτρης) που α-φιέρωσε ο Σύνδεσμος Αποφοίτων Ζωσιμαίας
Σχολής Ιωαννίνων και εξέ-δωσε το Ριζάρειο Ίδρυμα το 2008, ο Ευ. Ξενικάκις, καθηγητής στο Η-μιγυμνάσιο
Γρεβενιτίου, γράφει:
«Το σχ. ετος 1933-34 υπηρετούσα, νεαρός φιλόλογος, εις το Ημιγυμνά-σιον Γρεβενιτίου, πρωτευούσης του Ανατολικού Ζαγορίου Ιωαννίνων.
Μίαν ηλιόλουστον φθινοπωρινήν ημέραν εξήλθομεν μετά των μαθη-τών εις μίαν
εκδρομήν έξω του χωρίου, εις ένα αγρόν, όπου υπήρχε μία μικρά εκκλησία του
Αγίου Νικολάου. Μεταξύ των μαθητών, ήτο τότε και ο σημερινός Διευθυντής του
Κέντρου Ερεύνης Μεσαιωνικού και Νεωτέ-ρου ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών κ. Λέανδρος Βρανούσης.
Κάποια στιγμή ο μικρός τότε Λέανδρος
με φωνάζει και μου δείχνει γραμμένα εις την κόγχη του Ιερού τα εξής:
Ιερόθεε, Θεού / στρατιώτα του Χριστού, / ήλθες εδώ εις τον ναόν / να
μεταλάβης τον στρατόν. / Πήγαινε εις το καλόν, / για να νικήσης τον ά-σπονδον
εχθρόν. / Έχων όμως κατά νουν / τον
Παντοδύναμον Θεόν. / Όλοι να σου λειτουργούν / γι᾽ αυτόν τον άγιον Θεόν. / Ιερόθεος Βε-νιακάκης
/ Ηγούμενος Ιεράς Μονής / Χαλέπας Μυλοποτάμου Κρήτης, / τη 6η
Δεκεμβρίου 1912.
Ανέθεσα εις τον μικρόν, αλλ᾽ από τότε ερευνητήν, να τα αντιγράψη.
Ο / Ιερόθεος Βενιακάκης, που αναφέρεται στην επιγραφή,
είχε ηγηθεί τμήματος Κρητών ανταρτών και πολέμησε το 1912-13 για την
απελευθέρωση της Ηπείρου».
Σχετικά με το ως άνω θέμα, η μητέρα
μας Σεβαστή Ρογκότη-Ράι-ου μας είχε αφηγηθεί ότι εκείνη την
εποχή, που η ίδια ήταν δεν ήταν έξι χρονών, ένας εθελοντής από την Κρήτη είχε
φιλοξενηθεί από τη γιαγιά μας Βασιλική Ρογκότη.
Μετά το φαγητό (αρνάκι ψητό στο φούρνο
με πατάτες) ο κρητικός πολεμιστής πήρε το κόκκαλο της πλάτης του αρνιού, το
κοίταξε στο φως και ως εμπειρος λαϊκός μάντης προανήγγειλε για τον ίδιο
δυσκολίες και σκληρό αγώνα, ίσως και θάνατό του! Δεν μάθαμε ποτέ τι
απέγινε.
Λα Στî-Μαρία (La Stî-Μarίa) // ελλην. “Στην
Παναγία”.
Περιφραστικό τοπωνύμιο από το επίθ. Στî (Stî) < λατ. Sancta “Αγία” και το όνομα
Μαρία, που αναφέρεται τόσο στην
κεντρική εκκλησία του χωριού που είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου και
στη μικρή εκκλησία που βρίσκεται ΝΔ και έξω από το Τρίστενο, δίπλα στο δεξί
μέρος του αμαξιτού δρόμου που οδηγεί στην Τσίπιανη.
Λα Στî-Βίνιρι (La Stî-Viniri) // ελλην. “Στη Στî-Βίνιρι”.
Εικονοστάσι πάνω στον παλιό δρόμο που
οδηγούσε από τη θέση Πα-παντρίτσου στη Μονή Βουτσάς. Σήμερα δεν υπάρχει.
Περιφραστικό τοπωνύμιο από το επίθ.
Στî (Stî) < λατ. Sancta “Αγία” και το όνομα Βίνιρι < λατ. Venus, γεν. Veneris, αιτ. -rem) “Αφροδίτη”. Δεν πρόκειται όμως για την
αρχαία θεά Αφροδίτη, αλλά για τον
ομώ-νυμο πλανήτη που είναι το πιο λαμπρό αστέρι και αποκαλείται λαϊκά Αποσπερίτης (μετά τη δύση του ήλιου) ή Αυγερινός (πρίν από την ανατολή του ήλιου).
Θυμίζουμε ότι στο ρωμαϊκό ημερολόγιο οι μέρες της
εβδομάδας είχαν πάρει το όνομά τους από τον Ήλιο (Sol, Solis), τη Σελήνη (Luna,
-ae) και τους πέντε γνωστούς πλανήτες της εποχής (Mars, -rtis “Άρης”, Mercurius, -ii “Ερμής”, Ju(p)piter, γεν. Jovis “Δίας”, Venus, -neris “Αφροδίτη” και Saturnus, -i “Κρόνος”, δηλ. Solis dies
(“μέρα του ´Ηλιου”), Lunae dies (“μέρα της Σελήνης”), Martis dies (“μέρα του πλανήτη
Άρη”), Mercurii dies (“μέρα του Ερμή”), Jovis dies (“μέρα του Δία”), Veneris
dies (μέρα του πλανήτη της Αφροδίτης”) και Saturni dies (“μέρα του Κρόνου”).
Οι χριστιανοί Πατέρες προσπάθησαν να εξοβελίσουν
τα ονόματα που παρέπεμπαν συνειρμικά σε αρχαίες θεότητες των ειδωλολατρών και
πρό-τειναν την αντικατάστασή τους από αριθμητικά επίθετα, από όπου προ-ήλθαν οι
δικές μας ονομασίες Δευτέρα, Τρίτη. Τετάρτη και Πέμπτη. Η πρώτη ημέρα της
εβδομάδας, που στο ρωμαϊκό ημερολόγιο συνδεόταν με το όνομα του Ήλιου,
αντικαταστάθηκε από την ημέρα του Κυρίου που συχνά παρομοιαζόταν με τον Ήλιο
και έγινε Dominica dies· η μέρα του Κρόνου αντικαταστάθηκε από το εβραϊκό
Σάββατο και η έκτη μέρα, η μέρα της Αφροδίτης (Veneris dies), μετονομάστηκε σε Παρασκευή· αρ-χικά οι
Χριστιανοί, ακολουθώντας το παράδειγμα του Ιησού και των Αποστόλων που τηρούσαν
την αργία του Σαββάτου, τηρούσαν και αυτοί την αργία της έβδομης μέρας. Έτσι η παραμονή
ήταν ημέρα προετοιμα-σίας, δηλ. παρασκευῆς,
ώστε την ημέρα του Σαββάτου να μην κάνουν τί-ποτα.
Αυτό το ονομαστικό
σύστημα επικράτησε στο ανατολικό μέρος της αυτοκρατορίας, ενώ στις νότιες χώρες
της Δύσης η προσπάθεια των Πα-τέρων της Εκκλησίας δεν ακολουθήθηκε, με
αποτέλεσμα σε όλες τις λα-τινόφωνες χώρες (Γαλλία, Ισπανία, Ιταλία, Πορτογαλία
και Ρουμανία) να εξελιχθεί το λατινικό σύστημα με εξαίρεση την πρώτη μέρα που
έγινε Dominica dies και την έκτη μέρα που έγινε Sabbati dies. Αντίθετα στις
βόρειες χώρες (Μ. Βρεταννία, Sunday, Γερμανία, Sonntag, Σουηδία, Söntag, Δανία και Νορβηγία, Søntag), διατηρήθηκε η αρχική ρωμαϊκή παράδοση για την ημέρα του Ήλιου.
Έτσι στα βλάχικα, που είναι λατινογενής γλώσσα,
διατηρήθηκε το λα-τινικό σύστημα ονομασίας των πέντε ημερών, δηλ. Lúni (μέρα της Σε-λήνης, Δευτέρα), Marts (μέρα του πλανήτη Άρη,
Τρίτη), Niércuri (μέρα του πλανήτη
Ερμή, Τετάρτη), Jói (μέρα
του πλανήτη Δία, Πέμπτη) και Víniri (μέρα του πλανήτη της Αφροδίτης, Παρασκευή). Το
αποτέλεσμα ήταν το βλάχ. όνομα της ημέρας της Παρασκευής να ταυτιστεί από τους
βλαχόφωνους με το όνομα της Αγίας Παρασκευής και να προκύψει το Α-γιώνυμο Λα Στî-Βίνιρι!
(Συνεχίζεται)
Ευχαριστώ για τη φιλοξενία
Δ. Ράιος
Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου
email: draios021@gmail.com