Greveniti.blogspot.gr - Η ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΟΥ ΓΡΕΒΕΝΙΤΙΟΥ

Τρίτη 9 Απριλίου 2013

Λέξεις που χάνονται και από το... Γρεβενίτι





          Η ιδέα για το άρθρο αυτό μού δόθηκε από ένα βιβλίο που περιείχε εφημερίδα μεγάλης κυκλοφορίας. Ο τίτλος του βιβλίου είναι: «ΛΕΞΕΙΣ ΠΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ» του Νίκου Σαραντάκου. Διαβάζοντας το βιβλίο διαπίστωσα ότι πολλές από τις λέξεις που περιέχει τις λέμε ή τις λέγαμε στο χωριό, ιδιαίτερα οι πιο μεγάλοι.

          Όπως γράφει ο συγγραφέας στον πρόλογο, το κριτήριο της σπανιότητας είναι μην υπάρχει η λέξη στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη) και το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Λεξικό Μπαμπινιώτη).

          Όσον αφορά τη γλώσσα που χρησιμοποιούσαν στο Γρεβενίτι, θα πρέπει να ξέρουμε ότι ήταν ένα μίγμα ελληνικής, βλάχικης και ντοπιολαλιών. Όπως γράφει ο επιθεωρητής Καθάρειος: «… ομιλούσι δύο γλώσσας … εν δε τη αγορά επικρατεί η ελληνική διακρινόμενη δια το καθαρόν και το καλλίφωνον».

          Για να προλάβω κάποιους που βιαστικά θα πούνε ότι η γλώσσα γίνεται πιο φτωχή θα πω ότι η γλώσσα είναι ένας ζωντανός οργανισμός που εξελίσσεται. Λέξεις χάνονται,  όπως η λέξη «γρεντιά», αφού δεν χρησιμοποιούμε γρεντιές για να φτιάξουμε σπίτια ή καλύβες και λέξεις εμφανίζονται: βραδιά καραόκε, μπαράκι, άμπαλος, κ.ά

  • αμπανόζι-μπανόζι
Αμπανόζι είναι ο έβενος, το πολύτιμο ξύλο. Η λέξη είναι τουρκικό δάνειο (abanoz), που όμως προέρχεται από τον αρχαίο έβενο, αιγυπτιακό δάνειο που πέρασε αφενός στη Δύση (λατιν. ebenus) αφετέρου στους Άραβες ως ebnus  και μέσω αυτών στο τουρκικό abanoz. Αντιδάνειο λοιπόν το αμπανόζι, αλλά στο χωριό έχω ακούσει τη λέξη μπανόζι που σημαίνει ότι κάτι είναι πολύ κρύο και  σκληρό, «Το  ψωμί έγινε  μπανόζι».  Στο  ρουμελιώτικο γλωσσάρι (του Δ. Καραπιπέρη) βρίσκουμε τη λέξη μπανός=κάτι πολύ σκληρό.

  • αντράλα
     Αντράλα (και ντράλα) είναι η ζάλη, η σκοτοδίνη, ο ίλιγγος. Το ρήμα είναι  αντραλίζομαι  και προέρχεται από το μεσαιωνικό τραλίζομαι (π.χ. στον Πτωχοπρόδρομο), που σημαίνει επίσης «ζαλίζομαι, σκοτίζομαι» και που ο Κοραής το είχε ετυμολογήσει από το τραυλός.

     Στο Γρεβενίτι χρησιμοποιούμε το «αντράλα» με την έννοια της ανακατωσούρας, της ταραχής, της φασαρίας. «Αντράλα στο Χάνι, νερό στα φασούλια», είναι παροιμία που χρησιμοποιούμε στο χωριό. Μάλλον θέλει να πει ότι όταν υπάρχει αναταραχή στο Χάνι, θα βρούνε αραδιάρη (αυτός που κανόνιζε τη σειρά, την αράδα, ποιος θα ποτίσει) και συνεπώς θα ποτιστούνε οι φασουλιές. 

     Αυτό όμως που θα θυμούνται οι μεγαλύτεροι είναι πως υπήρχε μια γυναίκα στο χωριό, συγχωρεμένη, που της είχαν βγάλει το παρατσούκλι Αντράλω. Προφανώς θα είχε μπλεχτεί ή θα είχε προκαλέσει κάποια ανακατωσούρα.

     Ο Καζαντζάκης χρησιμοποίησε συχνά στην Οδύσειά του (sic)τη λέξη αντράλα και μάλιστα σε επιστολή του στον Κακριδή υπερασπίστηκε τη χρήση αυτής της «καθαρότατα δημοτικής»λέξης.

  • Αστρέχα – οστρέχα(για το Γρεβενίτι)
   Αστρέχα ή αστράχα ή, σπανιότερα, οστρέχα είναι το γείσο της στέγης στα σπίτια. Ο λόγος ύπαρξης της οστρέχας είναι να μην τρέχουν τα νερά της βροχής πάνω στους τοίχους. Κατά μία άποψη, προέρχεται από το αρχαίον όστρακον (επειδή οι στέγες στρώνονταν με θραύσματα αγγείων). Κατά μία άλλη, που θεωρείται πιθανότερη, ετυμολογείται από το σλαβικό streha, που σημαίνει τη στέγη. Τη συναντούμε και στον Καπετάν Μιχάλη του Καζαντζάκη: «ακούστηκε απάνω στην αστρέχα του σπιτιού η κουκουβάγια να χουχουλίζει».
 
  • Βαρκό-βαρικό
Βαρκό λέγεται στο χωριό ο βαλτώδης τόπος, ο τόπος που έχει μόνιμα νερό. Η λέξη προέρχεται από το επίθετο βαρύς και την κατάληξη –ικός. Όπως είναι αναμενόμενο, υπάρχουν πολλά τοπωνύμια και μικροτοπωνύμια με αυτήν την ονομασία. Η λέξη είναι σχεδόν πανελλήνια, ενώ το βαρκό έχει περάσει και στα βλάχικα με τη σημασία του «έλους» και προφανώς από εκεί είχει περάσει στη γλώσσα του Γρεβενιτίου.

  • Άγαρμπος
Αυτός που δεν έχει χάρη, κομψότητα, αρμονικές αναλογίες. Πιθανόν η λέξη είναι αντίθετη του γάρμπος δηλ. αυτός που έχει: χάρη, κομψότητα, αρμονικές αναλογίες, καλή εφαρμογή. Η λέξη μπορεί να προέρχεται από το ιταλικό garbo, που είναι αμφίβολης ετυμολογίας. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή προέρχεται από το αραβικό galib (απ΄όπου και το καλούπι), το οποίο ίσως είναι ελληνική απώτερης αρχής, από το καλάπους, καλαπόδι.

·        γκουμούζα-γκαμούζα

H γκουμούζα είναι λέξη που δεν θα τη βρείτε σε κανένα λεξικό, κι όμως την έχουν χρησιμοποιήσει μεγάλοι λογοτέχνες μας. Γκαμούζα είναι το αιγυπτιακό βουβάλι.

Η λέξη χρησιμοποιείται (σπάνια) και σήμερα σαν κάπως απροσδιόριστος υποτιμητικός χαρακτηρισμός για γυναίκες. Στην Κρήτη, τζαμούζες αποκαλούν ειδικά τις χοντρές γυναίκες. Το ίδιο νομίζω χρησιμοποιείται, αραιά πλέον, και στο Γρεβενίτι,αλλά ως γκουμούζα.

  • Γκεζερώ-γκιζερώ
Γκεζερώ, γκιζερώ, γκεζεράω και γκιζερίζω. Περιπλανιέμαι, τριγυρίζω, γυρίζω εδώ κι εκεί, άσκοπα ή για αναψυχή. Από εδώ και το γκιζέρι ή γκιζέρισμα, ο περίπατος. Δάνειο από το τουρκικό gezmek. H λέξη παλιά ακουγόταν σε μεγάλο μέρος του ελλαδικού χώρου, σήμερα όμως τείνει να εξαφανιστεί. Στο χωριό, σπάνια, πλέον θα την ακούσουμε στο δημοτικό τραγούδι:«Σύρε γκιζέρα μωρ΄Αριστείδη μου».

  • Γρέκι
Γρέκι είναι περιφραγμένος και πρόχειρα στεγασμένος τόπος, όπου σταβλίζονται τα αιγοπρόβατα. Από το τούρκικο egrek, που σημαίνει «λίμνη» αλλά έχει πάρει και τη σημασία του σκιερού καταφυγίου για τα κοπάδια. Στο Γρεβενίτι σχεδόν παρόμοια χρήση είχε η λέξη: γιατάκι από το τούρκικο yatak. Mε έκπληξη όμως είδα ότι ο Μπαμπινιώτης την περιλαμβάνει στο λεξικό του.

  • γρεντιά
Γρεντιά είναι το ξύλινο δοκάρι, ιδίως το δοκάρι της στέγης στα παλιά σπίτια, ή τα  πολλά δοκάρια τα παράλληλα προς τις στενές πλευρές του σπιτιού που στηρίζουν τη στέγη ή το επάνω πάτωμα. Από το σλαβικό greda = δοκάρι. Η λέξη παλιότερα ακουγόταν σε Ήπειρο, Θεσσαλία και Μακεδονία. Ο Γιώργος Κοτζιούλας, από την Πλατανούσα, σε ένα ποίημα γράφει: «Βρίσκομαι ανάσκελα κοιτώντας τις γρεντιές». Σε πολύ πρόσφατη συζήτηση για τα οικονομικά μέτρα, ακούστηκε το: «Είναι απαράδεκτο να κρεμιέται από τη γρεντιά ο μικρομεσαίος». 

·        Έχος
Το έχος είναι το βιος, η κινητή και ακίνητη περιουσία κάποιου. Πρόκειται για ουσιαστικό που σχηματίστηκε από το απαρέμφατο έχειν> τα έχειν > τα έχει> το έχος. Εχούμενος είναι ο πλούσιος. Το έχος θεωρείται χαρακτηριστική ηπειρώτικη λέξη (και της Θεσσαλίας), αλλά υπάρχει και στην Κρήτη όπου μάλιστα συχνά χρησιμοποιείται και ο πληθυντικός, τα έχη, τα πλούτη.

  • Ζαϊρές
Ζαϊρές είναι οι προμήθειες, τα εφόδια, οι ζωοτροφές. Δάνειο από το τουρκικό zahire, ιδίας σημασίας. Τη λέξη θα συναντήσουμε συχνά και στα απομνημομεύματα των αγωνιστών του 1821.

·        Ζάντζα

Η ζάντζα και οι ζάντζες είναι η ιδιοτροπία, τα νάζια, τα καμώματα, οι ζαβολιές. Όποιος κάνει ζάντζες είναι ζαντζιάρης και επειδή συνήθως ζάντζες κάνουν τα παιδιά και τα υποζύγια ζώα, λέμε ότι είναι ζαντζιάρικα. Η λέξη, που δεν την έχει κανένα γενικό λεξικό, ακούγεται στην Ήπειρο, αλλά και στη Θεσσαλία και τη Δυτική Μακεδονία. Τη βρίσκουμε όμως και στη Χίο. Πρέπει να ετυμολογείται από το ιταλικό/ενετικό  usanza (συνήθεια), με δείνωση της σημασίας, κάτι συχνό στα δάνεια.

Από το χωριό θυμάμαι δύο εκφράσεις:

Τον πατέρα μου να μου λέει: «Ο Ζάμπος, ένα μουλάρι που είχαμε, ήταν ζαντζιάρικο» και τον Τέλη Τζώρτζη, δάσκαλο και μια πολύ ευγενική φυσιογνωμία, όταν παίζοντας πρέφα στο καφενείο οι ηλικιωμένοι νευρίαζαν και μάλωναν, να λέει: «Όταν γερνάει ο άνθρωπος, βγάζει ζάντζες».

                                                                                                                                      ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ