Greveniti.blogspot.gr - Η ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΟΥ ΓΡΕΒΕΝΙΤΙΟΥ

Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2025

Η γιορτή Τσίπουρου, στο χωριό μας !! Σας περιμένουμε...


 

Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2025

ΠΕΖΟΠΟΡΙΑ στο ΕΛΑΤΟΧΩΡΙ!

 


Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2025

ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΑΣ V (συνέχεια)


Λ᾽ Αγιου-Νικόλα, Λ᾽ Αγιου-Χαράλαμπου, Μπότσια, Σιμπτ’-Ηλίε.

*

Προτού προχωρήσουμε στην ανάλυση-ερμηνεία νέων τοπωνυμίων, θα προσθέσουμε μια διαφορετική αιτιολογική παράδοση για τον Τορό του αλόγου του Αγιου-Δημήτρη, για τον οποίο μιλήσαμε στο προηγούμενο σημείωμά μας. Ο αείμνηστος Λέανδρος Βρανούσης σε ανέκδοτο κατάλογο τοπωνυμίων του χωριού μας σημειώνει:

Ἡ παράδοσις λέγει ὅτι ὁ Ἅγ. Δημήτριος ὀργισθες κάποτε δι τς ἁμαρτίας τῶν χωριανῶν, ἔφυγε καβάλα στ ἄλογό του καλπάζοντας καὶ ἄφησε τν ντορό του ἀπάνω στὴν πέτρα. Ἔκτοτε ὅσοι περνοῦν ἀπὸ ἐκεῖ κάνουν τὸ σταυρό τους στὸν ντορό ...

*  *

Λ᾽Αγιου-Νικόλα  (L’Aγiu-Nicόla) // ελλην. Στον Αγιο-Νικόλα.

Μικρό εκκλησάκι δυτικά του ναού του Αγίου Δημητρίου, αριστερά του δρόμου που οδηγεί στην περιοχή Μανόλα.

Περιφραστικό αγιωνύμιο από την πρόθεση Λα (“εις, σε”) και τη βλάχ. εκφορά του αγιώνυμου Άγιος Νικόλαος.

Λ᾽Αγιου-Χαράλαμπου Χαραλάμπη) (L’Aγiu-Harálambou) // ελλην. “Στον Αγιο-Χαράλαμπο” (ή “Χαραλάμπη”).

Εικόνισμα στα νοτιοανατολικά σύνορα του χωριού, κοντά στην κορφή του δάσους της Τούφας, πάνω από τη θέση Γριβινέσια, στο μονοπάτι που οδηγεί στην πίσω πλευρά της Τούφας.

Περιφραστικό αγιωνύμιο από την πρόθεση Λα (“εις, σε”) και τη βλάχ. εκφορά του αγιώνυμου Αγιο-Χαράλαμπος ή Χαραλάμπης.

Στο Τοπωνυμικό Ζαγορίου το τοπν. καταγράφεται ως εξωκκλήσι που βρίσκεται, όπως και σε άλλα χωριά, έξω από τους οικισμούς, κι αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι ο Άγ. Χαράλαμπος προστάτευε από τις λοιμώδεις ασθένειες (ένα προσόμοιο τροπάριο που ψάλλεται στη μνήμη του λέει Ἱερομάρτυς ἔνδοξε Χαράλαμπε, ῥῦσαι τοὺς τιμῶντας σε λοιμικῆς ἀσθενείας), ιδιαίτερα από την πανώλη που μάστιζε συχνά στο παρελθόν τα Ζαγοροχώρια. Θα παρατηρήσουμε πάντως ότι δεν πρόκειται για εξωκ-κλήσι, αλλά για εικόνισμα, και ότι όλες οι εκκλησίες, τα εκκλησάκια και τα εικονίσματα του χωριού βρίσκονται έξω από τον οικισμό με εξαίρεση τον κεντρικό ναό, αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου, που βρί-σκεται στο Μεσοχώρι.

Μ Μπότσια (Μ Bόța) ⁄⁄ ελλην. στην Μπότσια.

Tον ΙΘ΄ αι. ο Ι. Λαμπρίδης σημείωνε πως κατά το χαμένο σήμερα Χρονικό της Μ. Βουτσάς, τον περίφημο Χρυσοκώδικα (για τον οποίο έχουμε μιλήσει διεξοδικά στις σελ. 115 κεξ του τόμου που αφιερώσαμε στη Μ. Βουτσάς, 2018) ο ιδρυτής αυτοκράτορας προίκισε τη Μονή με την επικαρπία δύο χωριών: της Μπότσιας (που είχε κάπου 800 σπίτια, “ἤκμαζε δὲ σφόδρα τοῦτο ἐπὶ τῶν Bυζαντινῶν καὶ διελύθη ἀκολούθως ἐπὶ τῶν Tουρκικῶν ἀνωμαλιῶν”) και της Δ ε λ γ ί ν α ς, οι κάτοικοι της οποίας μαζί με άλλους πληθυσμούς ενσωματώθηκαν στη Δόλιανη, όπου υπάρχει σήμερα ξενώνας Δελγίνα.

Σύμφωνα με τον Λαμπρίδη τα δύο χωριά υπήρχαν πριν από την ί-δρυση της Μονής. Το ίδιο εξάλλου το όνομα της Μονής, Β ο ( υ ) τ σ ά, φαίνεται να είναι εξελληνισμός του λατινογενούς-βυζαντινού, κατά τα ανωτέρω, χωριού Μπότσια. Έτσι η Μονή της Μ π ό τ σ ι α ς εξελληνί-στηκε σε Μονή Βοτσάς και αργότερα Β ο υ τ σ ά ς.

Το τοπων. Μπότσια σώζεται ως σήμερα κοντά στο Γρεβενίτι, ό-που το εξωκκλήσι της Αγ. Παρασκευής, σε μικρή απόσταση από το Παλιοχώρι, όνομα που παραπέμπει σ᾽ ένα παλαιό χωριό το οποίο σύμ-φωνα με τα προαναφερθέντα πρέπει να ήταν το βυζαντινό  χωριό Μ π ό -τσ ι α ή έστω μια συνοικία του.

  Macintosh HD:Users:echour:Desktop:P1090035.JPG 

Αριστερά το εκκλησάκι της Αγ. Παρασκευής στη Μπότσια (Πηγή: greve-niti.blogspot Πέμπτη 10 Ιουλίου 2025) και δεξιά από το τέλος της Λειτουργίας στη γιορτή της Αγ. Παρασκευής (27-07-2015, προσωπικό αρχείο)

Όπως έχουμε σημειώσει και παλαιότερα ο Β. Σαχίνης (1933) και ο Ι. Παπαβρανούσης (ca 1950), σε ανέκδοτους χειρόγραφους κατα-λόγους τοπν. του χωριού μας γράφουν το όνομα ως Πότσια. Η Μπότσια θα μπορούσε να προέρχεται είτε από την ονομαστική Μπότσια είτε από συμπροφορά της αιτ. της Πότσιας με τη βλάχ. πρόθ. n “εις, σε” (n Pόța > m Pόța > Mpόța > Bόța) ή με το ελλην. εμ-πρόθ. άρθρο στην Πότσια > στημ Πότσια > στην Μπότσια. Οι δύο υποθέσεις είναι εξίσου αποδεκτές. Έτσι για την ακριβή μορφή του τοπν. πρέπει να αναζητηθούν άλλα στοιχεία (όπως είναι η παλαιότερη μνεία του σε γραπτές πηγές, η σύνδεσή του με την περιοχή και την ιστορία της κλπ).

Ο Β. Σαχίνης σημειώνει ότι το τοπων. Πότσια προέρχεται “ἴσως ἐκ τοῦ ρουμανικοῦ ρήματος pocire = παραμορφώνω, <καὶ> δηλοῖ τὸν παραμορφωμένον, παράλυτον, ματιασμένον, κατηραμένον· πιθανὸν πρῶτος οἰκιστὴς νὰ ἦτο τοιοῦτος· μὲ τὴν τοπωνυμίαν ταύτην συγγενεύει καὶ ἡ ονομασία Βοτσὰ τοῦ γνωστοῦ μοναστηρίου”. Την άποψη αυτή ασπάζεται και ο Λέανδρος Βρανούσης που παραθέτει μια παράδο-ση για την πανούκλα που ξεκίνησε από την Πότσια (θα την παρουσι-άσουμε στο επόμενο σημείωμά μας). Αντίθετα ο Ιωάννης Παπα-βρανούσης δεν προτείνει καμιά ετυμολογία ή ερμηνεία του ίδιου τοπωνυμίου. Όμως η σημείωση ότι το όνομα συγγενεύει με αυτό της Βοτσάς αποκλείει τη μορφή Πότσια, αφού με βήτα (β) αποδίδεται στα ελληνικά ο φθόγγος b των ξένων λέξεων (όπως διαπιστώνεται και από το Μητρώο αρρένων Γρεβενιτίου για τα έτη 1845-1920, όπου ο Μπαμπέκης καταγράφεται ως Βαβέκης και ο Μπλέτσος ως Βλέ-τσος . Κατά τα άλλα ο Β. Σαχίνης στηρίχτηκε μάλλον στη σημείωση του Λαμπρίδη (1870) ότι: “Ὠνομάσθη δ᾽ οὕτω (η Μονή) ἐκ τοῦ μεγάλου καὶ σημαντικοῦ χωρίου Βοτσᾶς Β. τῆς Μονῆς κειμένου καὶ ἐξ 800 οἰκιῶν συνισταμένου”. Και λίγο πιο κάτω ο ίδιος λόγιος προσθέτει ότι η Μπότσια ήταν συνοικία της Βοτσάς. Αυτό σημαίνει ότι Μπό-τσια και Βοτσά όχι μόνον συγγενεύουν, αλλά πρέπει να ταυτίζονται (όπως πίστευαν ο Π. Αραβαντινός και ο Β. Φανίτσιος) και ότι η Βοτσά αποτελεί, όπως σημειώσαμε, εξελληνισμό της Μπότσιας. Η ασυμφωνία του τονισμού εξηγείται από το διαφορετικό τονικό σύστη-μα ελληνικών και βλάχικων.

Συνεπώς η ακριβής μορφή του τοπν. πρέπει να είναι Μπότσια (όπως την καταγράφει ο Λαμπρίδης και απ όπου προήλθε το όνομα της Βο-τσάς), και όχι Πότσια. Επίσης τόσο οι κάτοικοι του χωριού όσο και οι μοναχοί της Μ. Βουτσάς θεωρούν τόσο τη Βο(υ)τσά όσο και τη Μπότσια θηλ. γένους, κάτι που προβλημάτισε τον συντάκτη του Τοπω-νυμικού Ζαγορίου. Στα βλάχ. η λέξη bόță (που δεν χρησιμοποιείται πλέον ως προσηγορικό στην περιοχή, ένδειξη παλαιότητας) “μπουκάλι, σφαι-ρικό δοχείο” (ελλην. μπότσια “μονάδα μέτρησης υγρών, πριν από την εισαγωγή της οθωμανικής οκάς, ίση με δύο οκάδες< ιταλ. bozzia, boccia < λατ. buttia) είναι θηλ. γένους, γεγονός που δεν ευνοεί την καταγωγή της Βο(υ)τσάς από το επών. Βο(υ)τσάς < επαγγελμ. όνομ. βουτσάς “βα-ρελάς < βουτσίον ή βουτζίον “βαρέλι < βουτ(τ)ίον < βυτίον· πρβλ. βούτ(τ)η, βοῦτ(τ)ις, βλάχ. búte κλπ). Σε κάθε περίπτωση, όλες οι παραπά-νω συγγενικές βυζαντινές και μεταβυζαντινές λέξεις αναφέρονται σε δοχεία χωρητικότητας για υγρά, κυρίως για κρασί. Όχι ιδιαίτερα πειστική τέλος φαίνεται η άποψη του Χ. Συμεωνίδη (2010) ότι το επώνυμο Βούτσης προέρχεται από το αρχαίο ελλην. βότης “βοσκός”.

Το γεγονός ότι η ευρύτερη περιοχή του Γρεβενιτίου και της Βου-τσάς παρήγε παλιά μεγάλες ποσότητες κρασιού εξηγεί εύκολα την παρουσία του τοπωνυμίου Μπότσια. Ο Κ. Κρυστάλλης σημειώνει χαρακτηριστικά ότι στα τέλη του ΙΘ΄ αιώνα οι αμπελώνες του Γρεβε-νιτίου απέδιδαν 500 000 οκάδες (= 640 τόνους) σταφυλιών, “ὅσας οὐδεμία ἄλλη κώμη ὅλου τοῦ Ζαγορίου παράγει!” Ο Λαμπρίδης επίσης μιλώντας για το Γρεβενίτι προσθέτει ότι το χωριό “παράγει δὲ ἰδίως οἶνον καλὸν καὶ πολύν· ἡ συγκομιδὴ τούτου π. χ. ἀναβαίνει κατὰ μέσον ὅρον τὰς 300 000 ὀκάδ(ας)”. Και ο Γ. Παπαγεωργίου, με πηγή “Λυτὸ ἔγγραφο-ἀπάντηση σὲ σχετικὸ ἐρώτημα τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας παραθέτει πίνακα με την παραγωγή σταφυλιών του έτους 1865 για τις κοινότητες: Τσεπέλοβο 40 000 οκάδες· Καπέσοβο 150 000 οκ.· Κουκούλι 35 000 οκ.· Λιασκοβέτσι 74 000 οκ.· Άνω Σουδενά 88 000 οκ.· Δοβρά 75 000 οκ.· Μανασή 110 000 οκ.· Καλωτά 90 000 οκ.· Τζοντήλα 140 000 οκ. και Γρεβενίτι 390 000 οκ.

       

Φαγοπότι δίπλα στο εκκλησάκι της Αγ. Παρασκευής Μπότσιας

(Αριστερά 27-07-1955 και δεξιά 27-07-1975, προσωπικό αρχείο)

Όσο για τη θέση του βυζαντινού, κατά τον Λαμπρίδη, οικισμού της Βοτσάς (Μπότσιας), αυτή πρέπει να συμπίπτει (κατά ένα μέρος τουλάχιστον) με το σημερινό Παλιοχώρι, στα ΒΔ του Γρεβενιτίου και την περιοχή απέναντι από το σημερινό εξωκκλήσι της Αγίας Παρα-σκευής (Μπότσιας).

Στο Τοπωνυμικό Ζαγορίου, ενώ η ετυμολογία των τοπν. (Μπότσια και Βουτσά) είναι ορθή, για τη Μπότσια σημειώνεται ότι δεν είναι γνωστή η αιτία της ονομασίας της θέσης, και για τη Βουτσά προτείνεται ως λόγος για την ονομασία της το αρσ. κυριώνυμο Βουτσάς. Δυσκο-λεύεται όμως ο συντάκτης να εξηγήσει την αλλαγή του γένους του τοπω-νυμίου από αρσ. (Βουτσάς, ο) σε θηλ. (Βουτσά, η). Και σε νεότερη μελέτη του ο ίδιος παράγει το τοπωνύμιο Μπότσια από το επώνυμο Μπότσιας, χωρίς πάλι να εξηγεί το θηλ. γένος του τοπωνυμίου. Αν το τοπν. πρέπει να αποδοθεί σε κυριώνυμο αυτό πρέπει να είναι θηλ. γένους (Μπότσια, η), όπως συμβαίνει και με άλλα τοπν. του χωριού (π. χ. Μπούφα, η < Μπούφης ή Μπούφας). Τελικά πιθανολογεί ότι το τοπν. προέρχεται από το βουλγαρικό buča “βρυχώμαι, βουΐζω” από τον θόρυβο που προκαλεί το νερό του ορμητικού ποταμού Βάρδα που βρίσκεται κοντά στη Μονή. Ωστόσο, παρόλο που ο Βάρδας βρίσκεται σχετικά κοντά στη Μονή, τα νερά του, ιδίως όταν φουσκώνει, δεν ακού-γονται τόσο πολύ σε αυτήν (αφού η κοίτη του ποταμού είναι μάλλον ομαλή), και πολύ περισσότερο δεν ακούγεται το βουητό τους στις θέσεις των σωζόμενων ως σήμερα τοπωνυμίων Μπότσια και Παλιοχώρι που βρίσκονται δίπλα στις όχθες της Ζο(υ)ρίκας απέχοντας 4-5 χιλιόμετρα από την κοίτη του Βάρδα. Ο πανοσιολογιώτατος Σπυρίδων (Τόδης) που διαμένει συχνά στη Μονή μας βεβαίωσε ότι τα βράδια που επικρατεί ησυχία στην περιοχή περισσότερο ακούγονται τα νερά της Ζο(υ)ρίκας, που η κοίτη της είναι πιο κατηφορική, παρά του Βάρδα. Εξάλλου, αν είχε κάποια ρεαλιστική βάση η υπόθεση του συντάκτη του Τοπωνυμικού Ζαγορίου, το όνομα Βουτσά θα αφορούσε στο ποτάμι και όχι στη Μονή ή στον ομώνυμο οικισμό και η Μονή δεν θα λεγόταν Μονή Βουτσάς, αλλά Μονή Βουτσά.  

Λα Σιμπτ’-Ηλίε (La Simt’- Ilie) // ελλην. Στον Προφητ᾽-Ηλία.

Μικρό εξωκκλήσι στα βόρεια και μακριά από το χωριό, σε μια δα-σωμένη κορφή, αφιερωμένο στον Προφήτη Ηλία.

Περιφραστικό αγιωνύμιο από την πρόθεση Λα (“εις, σε”), το επίθ. Síímt᾽ (< Símtu “άγιος” < λατ. sanctus “άγιος”) και τη βλάχ. εκφορά του προφήτη Ηλία. 

Η ανέγερση ναΐσκων του προφήτη Ηλία σε κορφές βουνών εξηγείται:

α) Με βάση τη δράση του προφήτη, όπως παραδίδεται από την Παλαιά Διαθήκη (Βασιλειῶν Γ´, 17, 1–Δ´, 14), όπου ο Ηλίας περιγράφεται να ελέγχει την ξηρασία και τη βροχή, να κόβει στα δύο ρεύμα ποταμού, για να το διαβεί, να κατεβάζει τρεις φορές φωτιά από τον ουρανό, να συν-ομιλεί με τον Θεό στο βουνό Χωρήβ και τέλος να ανεβαίνει στον ουρανό πάνω σε φλεγόμενο άρμα. Ένα από τα πιο γνωστά θαύματά του (πρό-κληση κατάβασης ουράνιας φωτιάς σε έναν ανταγωνισμό με προφήτες του Βάαλ) πραγματοποιήθηκε στο Καρμήλιο όρος. Προσθέτουμε ότι, όταν ο Χριστός ανέβηκε στο όρος Θαβώρ κατά τη Μεταμόρφωσή του, εμφανίστηκαν στο πλάι του ο Μωυσής και ο Ηλίας.

β) Σύμφωνα με τους λαογράφους, η λατρεία του Ηλία στις κορφές των βουνών είναι κατάλοιπο της αρχαίας ελλην. θρησκείας. Ο προφήτης ταυτίστηκε τόσο με τον Ήλιο, με τον οποίο το όνομά του έχει ηχητική ομοιότητα, όσο και με τον Δία, ο οποίος ήταν θεός των μετεωρολογικών φαινομένων (κεραυνού, βροντής, βροχής κλπ), είχε τον θρόνο του στον Όλυμπο και λατρευόταν σε κορφές βουνών (όπως μαρτυρούν τα επίθετα που συνοδεύουν το όνομά του: Αίνιος, Ακραίος, Επάκριος, Ιθωμάτας, Κορυφαίος, Λύκαιος, Ολύμπιος, Παρνήθιος κλπ).

 

Σχεδιάγραμμα (Χρ. Ρογκότη) της ευρύτερης περιοχής του Γρεβενιτίου, όπου διακρίνονται οι θέσεις της Αγ. Παρασκευής Μπότσιας και του ναΐσκου του Προφήτ’-Ηλία (Πηγή: greveniti.blogspot Πέμπτη 10 Ιουλίου 2025).

γ) Με βάση διάφορες λαϊκές παραδόσεις, όπως αυτή που γράφει ο αεί-μνηστος καθηγητής μας Δ. Λουκάτος στο βιβλίο του Εισαγωγή στην Ελληνική Λαογραφία (1978 σελ. 155): “Μια φορά ταξίδευαν σ᾽ ένα καΐκι μαζί ο άι Νικόλας και ο προφήτ᾽-Ηλίας, και τους έπιασε μια φουρτούνα, που πήγανε να πνιγούν. Δεήθηκαν κι είπαν: – Παναγία μου, να βγούμε στη στεριά, κι ό,τι θες! Λέει ο άι Νικόλας. – Ας βγούμε στη στεριά κι ας μείνω και κοντά στη θάλασσα, αλλά ίσα ίσα να μη με χτυπά το κύμα. Κι έγινε εκεί το εκκλησάκι του. – Εγώ, λέει ο προφήτ᾽Ηλίας, θέλω να βλέπω τη θάλασσα μόνο από μακριά! Και του έκαναν το εκκλησάκι στην κορφή του βουνού”.

Πιο γνωστή είναι μια άλλη λαϊκή παράδοση, σύμφωνα με τη οποία ο Αϊ-Λιας ήταν ναύτης που κινδύνεψε πολλές φορές να πνιγεί στη θάλασσα κι όταν βαρέθηκε τα ταξίδια, αποφάσισε να βρει ένα μέρος που να μην ξέ-ρουν τι είναι θάλασσα και καράβι. Έτσι πήρε ένα κουπί στον ώμο και τρά-βηξε για τη στεριά και όποιον συναντούσε τον ρωτούσε τι είναι αυτό που κρατάει στα χέρια του και όσο του απαντούσαν ‘κουπί’, συνέχιζε ψηλό-τερα. Όταν κάποτε έφτασε σε ένα ψηλό βουνό συνάντησε ένα βοσκό και τον ρώτησε τι ήταν αυτό που κρατούσε. Ο βοσκός του είπε αυθόρμητα ότι ήταν ξύλο. Ο Αϊ-Λιας γέλασε ικανοποιημένος, έστησε ολόρθο το κουπί, έχτισε μια καλύβα και αποφάσισε να μείνει εκεί όλη του τη ζωή. Γι᾽ αυτό τον Άγιο Ηλία τον βάνουν πάντα στα ψηλώματα”. Η τελευταία παράδοση θυμίζει όσα γράφει ο Όμηρος για τον Οδυσσέα (Ὀδύσσ. λ, 121 κεξ). Όταν ο ήρωας κατέβηκε στον Άδη, η ‘σκιά’ του μάντη Τειρεσία τον συμβούλεψε, μετά τη μνηστηροφονία, να πάρει ένα καλοφτιαγμένο κουπί και να φύγει μακριά από τη θάλασσα, ώσπου να συναντήσει ανθρώπους που δεν έχουν δεί ποτέ το βασίλειο του Ποσειδώνα ούτε γνωρίζουν το αλάτι ούτε τα πλοία ούτε σε τί χρησιμεύει το κουπί που ο ήρωας θα κρατά στα χέρια του. Όταν λοιπόν συναντήσει κάποιον που θα νομίσει ότι το κουπί είναι λιχνιστήρι, τότε να μπήξει το κουπί στο χώμα και να προσφέρει πλούσιες θυσίες στον μέγα Ποσειδώνα

(Συνεχίζεται)

Ευχαριστώ για τη φιλοξενία

Δ. Ράιος

Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου

email: draios021@gmail.com

  

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2025

Το ΖΑΓΟΡΙ μάς χρειάζεται!

 Το   Δ.Σ.  της  ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΑΣ  ΓΡΕΒΕΝΙΤΙΟΥ  προσκαλεί  ΓΡΕΒΕΝΤΆΤΕΣ  και  ΦΙΛΟΥΣ!...