Greveniti.blogspot.gr - Η ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΟΥ ΓΡΕΒΕΝΙΤΙΟΥ

Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2020

Περί Βουτσάς


Αγαπητό Γρεβενίτι
Το Σάββατο, 4 Ιανουαρίου, αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα σου (http:// greveniti.blogspot.com) ένα κείμενο του φίλου και παλαιού συμμαθητή Γιώργου Δερμάνη με τίτλο Μύθος ή πραγματικότητα; Η περικεφαλαία  και η σέλα του αλόγου του Πωγωνάτου”, όπου θίγονται επίσης και άλλα θέματα σχετικά με τη Μονή Βουτσάς. Με βάση λοιπόν την εμπειρία και τη γνώση που απέκτησα από τη μελέτη της ιστορίας και της παράδοσης της Βουτσάς και χωρίς καμιά διάθεση πολεμικής, θα ήθελα να κάνω ορισμένες επισημάνσεις που θεωρώ απαραίτητες. 
Α. Το παλαιότερο πανηγύρι της Μονής γινόταν στις 8 Σεπτεμβρίου όχι “ίσως από αβλεψία”, όπως σημειώνεται στο δημοσίευμα, αλλά για τον ίδιο λόγο που και σήμερα δεν γίνεται στις 15 Αυγούστου, αλλά στην απόδοση της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στην οποία είναι αφιερωμένος ο ναός της Μονής. Προφανώς για να μη συμπέσει με το πανηγύρι του δεκαπενταύγουστου της μεγαλύτερης κοινότητας της περιοχής, δηλ. του Γρεβενιτίου, που τον 19ο αιώνα και στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα ήταν το πολυπληθέστερο χωριό του Ανατολικού Ζαγορίου (βλ. και το βιβλίο μου για τη Βουτσά, σελ. 24-25, υποσημ. 15).
Β. Όσο για το θέμα της διέλευσης του Πωγωνάτου από τη Βουτσά, όταν αυτός επέστρεφε από τη Σικελία μετά την καταστολή της ανταρσίας και την τιμωρία των ενόχων για τον φόνο του πατέρα του, αυτό συνδέεται με το ζήτημα αν πήγε ποτέ ο Πωγωνάτος στη Σικελία. Πρόκειται για ένα θέμα που έχει διχάσει τους ιστορικούς χωρίς λόγο. Η μετάβαση του Πωγωνάτου στη Σικελία και η επιστροφή του στην Κωνσταντινούπολη μαρτυρείται από σειρά βυζαντινών χρονογράφων από την αρχή του 9ου αι., με πρώτον τον Θεοφάνη τον Ομολογητή που θεωρείται ο σημαντικότερος χρονογράφος των λεγόμενων σκοτεινών αιώνων του Βυζαντίου (7ου και 8ου αι.· ο Θεοφάνης γράφει ca 811-814 στηριζόμενος φυσικά σε παλαιότερες πηγές που έχουν πλέον χαθεί). Αντίθετα οι αρνητές αυτής της μετάβασης στηρίζονται σε ένα άρθρο των αρχών του περασμένου αι. (1908) ξένου ιστορικού (E. W. Brooks), επικαλούνται κατά κύριο λόγο τη σιωπή των δυτικών πηγών οι οποίες δεν αναφέρουν τίποτα για την εκστρατεία του Πωγωνάτου στη Σικελία και αποδίδουν την κατάπνιξη της στάσης και την τιμωρία των αυτοκρατορικών δολοφόνων στα στρατεύματα του Εξαρχάτου της Ιταλίας. Παραβλέπουν όμως το γεγονός ότι τα δυτικά λατινικά κείμενα συνδέονται λίγο πολύ με την παπική εξουσία, που είχε κάθε λόγο να μειώσει τον ρόλο των Βυζαντινών και ιδιαίτερα του Πωγωνάτου σε αυτήν την υπόθεση. Είναι γνωστή η εχθρότητα και η εμπάθεια των δυτικών πηγών (ιδιαίτερα του κλήρου) απέναντι στους Bυζαντινούς και τον δολοφονημένο πατέρα του Πωγωνάτου Κώνσταντα Β΄, λόγω της ανάμειξής του στα θρησκευτικά πράγματα της Δύσης και της σύλληψης και εξορίας του Πάπα Μαρτίνου από αυτόν. Υπάρχουν μάλιστα βάσιμες υπόνοιες ότι η παπική εκκλησία έπαιξε κάποιο ρόλο στη δολοφονία του Κώνσταντα Β΄. Συνεπώς η σιωπή των δυτικών πηγών εξηγείται εύκολα και σε καμία περίπτωση δεν είναι δείγμα αντικειμενικής καταγραφής (περισσότερα στο βιβλίο μου, σελ. 61). 
Γ. Για το ταξίδι της επιστροφής του Πωγωνάτου ο διά ξηράς δρόμος ήταν εκείνα τα χρόνια πολύ ασφαλέστερος από τον θαλάσσιο, όπως εξηγείται διά μακρών στο βιβλίο μου (σελ. 62-68). 
Δ. Μπορεί η διέλευση του Πωγωνάτου από τη Βουτσά να μην μαρτυρείται από καμία ιστορική πηγή, αλλά αυτό δεν είναι αποφασιστικό στοιχείο. Τα χρόνια της βασιλείας του Πωγωνάτου συμπίπτουν με την καρδιά των λεγόμενων σκοτεινών αιώνων της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, από τους οποίους ελάχιστες (ή και καθόλου) ειδήσεις δεν έχουν διασωθεί όχι μόνον για την περιοχή της Βουτσάς ή για την ευρύτερη περιοχή του σημερινού Ανατ. Ζαγορίου, αλλά και για όλη την Ήπειρο και πολλές άλλες περιοχές της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν συνέβησαν τότε γεγονότα που δεν σημειώνονται στις σωζόμενες πηγές (βλ. και τις σελ. 441 και 443 του βιβλίου μου). Όσα εξάλλου γράφει ο αείμνηστος Ευστάθιος Σκάρπας αφορμώνται από το κείμενο της κτητορικής επιγραφής και το οδικό δίκτυο που ήταν σε χρήση στα χρόνια του Πωγωνάτου και περνούσε από την περιοχή της Βουτσάς. Εξάλλου πώς εξηγείται το τοπωνύμιο Κούρτια ή το ποταμώνυμο Βάρδας; (βλ. το βιβλίο μου, σελ. 95 κεξ). 
Ε. Ακόμη και αν δεν πέρασε ποτέ ο Πωγωνάτος από τη Βουτσά, αυτό δεν επιτρέπει σε καμία περίπτωση το συμπέρασμα ότι δεν ίδρυσε τη Μονή, όπως υποστηρίζεται στο δημοσίευμα. Θα μπορούσε να έχει χρηματοδοτήσει την ίδρυσή της και να έχει αναθέσει την εκτέλεση τής βούλησής του σε κάποιον αξιωματούχο του. Επιπλέον η αυτοκρατορική προικοδότηση των Μονών με κτήματα και αφιερώματα ήταν κάτι συνηθισμένο στα βυζαντινά χρόνια. 
ΣΤ΄. Σχετικά με το κράνος και τη σέλα του Πωγωνάτου, σε όσες γραπτές πηγές μάς ήταν προσιτές, πράγματι πουθενά δεν αναφέρεται από κάποιον αυτόπτη μάρτυρα ότι αυτά τα κειμήλια υπήρχαν όντως στη Μονή σε κάποια εποχή και πολύ περισσότερο ότι κάηκαν από τους Γερμανούς τον Οκτώβριο του 1943. Όσα γραπτά κείμενα αναφέρονται σε αυτά μιλούν για φήμες και διαδόσεις που έχουν φυσικά τη δική τους αξία, αλλά δεν αποτελούν αποδείξεις. Πάντως οι απώλειες τόσο μιας σειράς επίσημων εγγράφων και χρημάτων περί τα μέσα του 19ου αιώνα, όσο και των χρυσόβουλλων, των χρυσοκωδίκων του Πωγωνάτου και των εγγράφων, με τα οποία κατοχυρωνόταν η κυριότητα της Μονής σε κτήματα (όπως στο Καββάδι) ή η απώλεια του Χρονικού της Μονής, που είχε δει και χρησιμοποιήσει ο Ι. Λαμπρίδης, στα χρόνια του ηγουμένου Σαμουήλ ή λίγο αργότερα, μαρτυρούνται από το Μοναχολόγιο της Μονής. Όπως και να έχουν τα πράγματα, οι απώλειες αυτές τοποθετούνται αρκετά χρόνια πριν από την ηγουμενία του Αγαθάγγελου και τη σύνταξη του Μοναχολογίου (1884 και όχι 1900 που σημειώνεται στο δημοσίευμα), αλλά και τις διάφορες καταγραφές της κινητής και ακίνητης περιουσίας της Μονής που ακολούθησαν, και φυσικά πριν από την επίσκεψη του Κώστα Μανθόπουλου στη Βουτσά (β΄ δεκαετία του 20ου αι.), τη διαμονή του Ευσταθίου Σκάρπα στη Μονή και την ηγουμενία του Παντελεήμονα Στογιάν(ν)ου. Συνεπώς είναι φυσικό και αναμενόμενο όλοι αυτοί να μην έχουν δει και να μην αναφέρουν τα ως άνω κειμήλια· έτσι η επίκληση της μαρτυρίας τους δεν προσφέρει κάτι  στο ενλόγω ζήτημα.
Πάντως οι φήμες για τη σέλα του αλόγου του Πωγωνάτου φαίνεται ότι δημιουργήθηκαν από παρεξήγηση. Ο Ι. Λαμπρίδης (1889, πολύ πριν δηλ. από τον Κ. Μανθόπουλο), κάνει λόγο για ένα χρυσΰφαντον εφίππιον (χα-σιά) του Δούβλη το οποίον διεσώζετο μέχρι πρό μικρού εν τη Μονή Βουτσάς, την εικόνα της Παναγίας καλύπτον (περισσότερα στο βιβλίο μου, σελ. 124, υποσημ. 237). Η διατύπωση το οποίον διεσώζετο μέχρι πρό μικρούαφήνει να εννοηθεί ότι ήδη στην εποχή του Λαμπρίδη αυτό το χρυσοΰφαντον εφίππιον είχε κλαπεί. Γι᾽ αυτό και δεν το είδε κανείς από όσους επισκέφτηκαν ή διέμεναν μεταγενέστερα στη Μονή. 
Και μια συμπλήρωση: στην υποσημείωση 238 (σελ. 125) του βιβλίου μου, σχετικά με το θέμα της κλοπής παλαιών εγγράφων και κειμηλίων της Μονής, σημειώνεται ότι ο τελευταίος (πριν από την εφαρμογή του σχεδίου “Καποδίστριας”) πρόεδρος του Γρεβενιτίου Δημ. Θεοδωρίκας μου είχε εκμυστηρευτεί ότι διέθετε αξιόπιστες πληροφορίες και αναζητούσε τρόπους για τον εντοπισμό και ανάκτηση των κλοπιμαίων. Θα ήθελα να διευκρινήσω ότι η αναφορά του Δ. Θεοδωρίκα αφορούσε κυρίως στη σχετικά πρόσφατη (όταν η Μονή είχε ερημωθεί) κλοπή των βημόθυρων του ιερού και του μεγαλύτερου αριθμού των μικρών εικόνων της πρώτης ζώνης του θριγγού του τέμπλου (βλ. το βιβλίο μου, σελ. 419, υποσημ. 954· και σελ. 421). 
Φιλικά 
          Δημ. Ράιος